search
top

Είναι στη φύση του ανθρώπου να τείνει προς το κακό;

 
Η ανθρώπινη φύση συχνά περιγράφεται ως εγωιστική και βίαιη. Αυτή η θέαση της ανθρώπινης φύσης είναι αντίθετη με την θέαση των περισσότερων κοινωνιών κατά την διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας και αντίθετη με τα δεδομένα που έχουμε σχετικά με την προιστορία του ανθρώπινου είδους. Ακόμα πιο ανησυχητικά, η πεποίθηση των σημερινών δυτικών κοινωνιών ότι η ανθρώπινη φύση είναι κακή, ή τουλάχιστον θεμελιωδώς εγωκεντρική, μπορεί να οδηγεί σε τρόπους φροντίδας των παιδιών και σε αντιμετώπιση των παιδιών με μεθόδους που παραβιάζουν την εξελικτική, κοινωνική, θηλαστική κληρονομιά της Ανθρωπότητας, και, έχουν ως αποτέλεσμα ακριβώς εκείνες τις εγωκεντρικές εκβάσεις τις οποίες φοβόμαστε. Με άλλα λόγια, η παιδική παραμέληση, το ψυχολογικό τραύμα και η κακοποίηση επιφέρουν κακή σωματική και ψυχική υγεία, όπως και μειωμένες ικανότητες κοινωνικής συμπεριφοράς, με αυτόν τον τρόπο «αποδεικνύοντας» την διαβολικότητα της ανθρώπινης φύσης στον σύγχρονο δυτικό κόσμο.

Αντίθετα με τα παραπάνω, σημαντικές αποκαλύψεις στην έρευνα στα πεδία των νευροεπιστημών τις τελευταίες δεκαετίες δείχνουν ότι τα ανθρώπινα όντα είναι διαμορφώσιμα και σε υψηλό βαθμό ανταποκρίνονται ανάλογα στις πρώιμες εμπειρίες της ζωής τους. Η επιστήμη στην πραγματικότητα σήμερα γνωρίζει ότι η πρώιμη εμπειρία και το περιβάλλον στο οποίο διαμορφώνεται ο άνθρωπος ιδιαίτερα κατά τα πρώτα κρίσιμα 5 χρόνια της ζωής του καθορίζει την μορφολογία, την ανατομία και την λειτουργία του ίδιου του εγκεφάλου του και του σώματός του. Τα κοινωνικά θηλαστικά αναδείχθηκαν στην εξέλιξη των ειδών πριν από 30 εκατομμύρια χρόνια με ένα συγκεκριμένο μοτίβο συμπεριφορών γονεικής φροντίδας, χαρακτηριζόμενο συνοπτικά από φυσικό τοκετό, ελεύθερο συχνό μητρικό θηλασμό, ύπνο των μικρών μαζί και κοντά στους γονείς, άφθονη απτική επαφή και ανταπόκριση στις ανάγκες των βρεφών, ελεύθερο παιχνίδι, φροντίδα από πολλούς ενήλικες. Ωστόσο, κατά τον τελευταίο αιώνα στον δυτικό κόσμο – ένα απειροελάχιστο κομμάτι της ιστορίας της ανθρωπότητας – αναδείχθηκαν οι σημερινές πολιτισμικές πρακτικές σχετικά με το μεγάλωμα των μικρών παιδιών, οι οποίες απέχουν από εκείνες που προήλθαν από την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, και επομένως δυνητικά υποσκάπτουν την ανθρώπινη φύση. Οι συνέπειες είναι εμφανείς στις σύγχρονες επιδημίες ψυχικών νοσημάτων σε παιδιά και ενήλικες, στα προβλήματα υγείας και κοινωνικής λειτουργικότητας σε κοινωνίες όπου συγκεκριμένες παραδοσιακές πολιτισμικές πρακτικές, όπως παρατεταμένοι περίοδοι σύνδεσης του παιδιού με τους γονείς, μακροχρόνιος μητρικός θηλασμός, ασφαλές cosleeping, και φροντίδα από πολλούς συγγενείς και ενήλικες τείνουν να εξαφανιστούν.

Εάν η επιστήμη υπάρχει για να υπηρετεί την κοινωνία, οι επιστήμονες πρέπει να βγουν προς τα έξω και να υποστηρίξουν σωστές συστάσεις, πρακτικές και πολιτικές σε σχέση με το μεγάλωμα των παιδιών μας, στηριγμένες σε επιστημονικά στοιχεία. Το να ορθώνεις τη φωνή σου για την υγεία και ευεξία των παιδιών είναι μια ηθική ευθύνη για όλους τους επαγγελματίες που σχετίζονται με τα παιδιά.
Σύμφωνα με έρευνες ψυχικής υγείας, η φτωχή γονεική φροντίδα αυξάνεται σταθερά από γενιά σε γενιά, με συνέπειες κατακλυσμικές και δηλητηριώδεις ανεπαρκούς πρώιμης παιδικότητας. Θα πρέπει να συνηγορήσουμε για ένα μοντέλο πρακτικών γονεικής φροντίδας σύμφωνο με την εξέλιξη του είδους μας και τις ανάγκες και το δυναμικό των παιδιών. Ήδη έχουμε αρκετά επιστημονικά στοιχεία για να επανεξετάσουμε μερικές σημερινές πρακτικές ανατροφής των παιδιών ως «δυνητικά επικίνδυνες», όπως την σίτιση με υποκατάστατα μητρικού γάλακτος, τον ύπνο των μικρών παιδιών σε απομόνωση μακριά από τους γονείς τους, την πρώιμη απρόσωπη βρεφονηπιακή φροντίδα, την τεχνική του ελεγχόμενου κλάματος – crying out, sleep training – , την απουσία αγκαλιάς και επαφής δέρμα με δέρμα και των απομονωμένων γονιών χωρίς βοήθειες από άμεσο και κοινωνικό περίγυρο. Αντίθετα, οι συστάσεις και οι πολιτικές που χρειάζεται να προαχθούν πρέπει εμφανώς να υποστηρίζουν τον μητρικό θηλασμό, το ασφαλές cosleeping, το άγγιγμα και την αγκαλιά, και την φροντίδα που απαντά έγκαιρα και κατάλληλα στις ανάγκες των μικρών παιδιών. Οι ίδιες πολιτικές για την γονεική φροντίδα μπορούν να υποστηρίζουν εκπαίδευση όλων των μελών της κοινωνίας στις «καλύτερες γονεικές πρακτικές».

Με το βλέμμα στην πρόληψη ψυχικών και σωματικών προβλημάτων υγείας εξαιτίας κακής πρώιμης εμπειρίας και περιβάλλοντος, οι επαγγελματικοί οργανισμοί έχουν χρέος να συνηγορούν προς μεγαλύτερη κοινωνική υποστήριξη για τα παιδιά και τις οικογένειές τους. Οι οικογένειες και τα παιδιά πρέπει να μπουν σε κεντρική θέση στον κοινωνικό προγραμματισμό και τους οικονομικούς προυπολογισμούς με συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικών (πχ εκτενής εκπαίδευση των γονιών σε θέματα διατροφής των παιδιών, σε ιδανικές πρακτικές ψυχομπιχεβιορολογικής φροντίδας, αυξημένη διαθεσιμότητα αδειών μητρότητας και πατρότητας, φιλικές πρακτικές για τις οικογένειες στην εργασία, περισσότερες δομές παιχνιδιού και φροντίδας για παιδιά, προώθηση του μητρικού θηλασμού, τοπικές διαθέσιμες τράπεζες μητρικού γάλακτος, χτίσιμο υποστηρικτικών για την οικογένεια δικτύων και δομών στην γειτονιά και στην κοινότητα, αντιμετώπιση της παιδικής φτώχειας).
Ιδιαίτερα οι επαγγελματίες στον τομέα της Ψυχολογίας θα πρέπει να γίνουν υπερασπιστές των ιδανικών πρακτικών πρώιμης εμπειρίας και περιβάλλοντος για τα μικρά παιδιά, ως κομμάτι της ηθικής τους ευθύνης. Αυτό σημαίνει ότι οι επαγγελματίες που ασχολούνται με την ψυχική υγεία των παιδιών πρέπει να εναρμονιστούν με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα και να εστιάσουν όχι τόσο στην αντιμετώπιση όσο πιο κρίσιμα στην πρόληψη και στην μεγιστοποίηση της ψυχοκινητικής, συναισθηματικής και συμπεριφορικής ανάπτυξης των παιδιών. Το σλόγκαν για τις πρακτικές ανατροφής των παιδιών πρέπει να είναι το “thrive by five”. Ήδη γνωρίζουμε αρκετά για να κάνουμε σημαντικές συστάσεις. Γνωρίζουμε ποιο είναι το στάνταρ ανατροφής και φροντίδας των μικρών παιδιών στην ανθρώπινη εξέλιξη και ιστορία, έτσι ώστε αποκλίσεις από αυτά τα στάνταρ να αντιπροσωπεύουν κινδύνους που πρέπει να εκτιμούνται. Αποδείξεις επιστημονικές δεν χρειάζεται τόσο το φυσιολογικό στην φροντίδα των μικρών παιδιών, όπως ο θηλασμός, η ανταπόκριση στο κλάμα, ο ύπνος κοντά στους γονείς, η αγκαλιά, αλλά περισσότερο αποδείξεις ότι δεν βλάπτουν χρειάζονται οι αυθαίρετες ή βολικές πολιτισμικές πρακτικές των τελευταίων δεκαετιών που έχουν επικρατήσει στις δυτικές κοινωνίες ως στάτους κβο και πηγαίνουν αντίθετα με τις βασικές ανάγκες των ανθρώπων ως θηλαστικών.

Όποτε κοινωνίες ξεχνούν το παρελθόν τους και την θηλαστική φύση των πολιτών τους, φαίνεται ότι τείνουν να δημιουργούν καταστροφικές πολιτισμικές πρακτικές που βασίζονται συχνά σε αυθαίρετα συστήματα πεποιθήσεων και μύθων. Η σύγχρονη επιδημία του αυτισμού, με εκτιμώμενα ένα ανά κάθε 88 παιδιά να φέρουν την διάγνωση στην Αμερική, συμβολίζει τα προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίσουμε. Κακές πρακτικές και πεποιθήσεις έχουν γίνει το νορμάλ για το μέσο γονιό χωρίς να έχει προηγηθεί κριτική ή έστω κουβέντα, όπως είναι η συχνή χρήση υποκατάστατου μητρικού γάλακτος, η απομόνωση των βρεφών σε δικό τους δωμάτιο, η αντίληψη ότι εάν ανταποκριθείς υπερβολικά γρήγορα σε ένα ανήσυχο μωρό θα το κακομάθεις, η τοποθέτηση μικρών βρεφών σε απρόσωπη βρεφονηπιακή φροντίδα, και πολλά άλλα. Συστήνουμε στους επιστήμονες και στους γονείς να κάνουν ένα βήμα πίσω και να επανεξετάσουν αυτές τις συνήθεις, πολιτισμικά αποδεκτές πρακτικές ανατροφής των παιδιών και να εστιάσουν στις δυνητικές αρνητικές επιδράσεις τους εφ’ όρου ζωής.

Ταυτόχρονα, αναγνωρίζουμε ότι τα ανθρώπινα παιδιά αλλά και άλλα θηλαστικά μπορεί να επιδεικνύουν σημαντική σωματική και ψυχολογική αντοχή σε αντίξοες συνθήκες και σε αρνητικό πρώιμο περιβάλλον. Αυτή η αντοχή είναι το βασικό επιχείρημα όσων δεν πιστεύουν ότι οι πολιτικές που επενδύουν στην πρώτη παιδική ηλικία – thrive by five – συνιστούν σωστή επένδυση που αλλάζει προς το καλύτερο την ανάπτυξη των παιδιών, την ψυχική και την σωματική τους υγεία. Πράγματι, είναι γνωστό ότι η βλάβη που συμβαίνει στην παιδική ηλικία του ανθρώπου μπορεί τουλάχιστον μερικώς να αναταχθεί με κατάλληλο περιβάλλον αργότερα. Ωστόσο, όλες οι σχετικές μελέτες αναφέρονται σε βαριές ανεπάρκειες και δεν εστιάζουν καθαρά σε λεπτές αποχρώσεις, στην συναισθηματική ποιότητα, στην ενσυναίσθηση, στην ηθική, στην ευημερία και στην ευτυχία των ανθρώπων χρόνια μετά την παιδική ηλικία. Τα τελευταία χρόνια αναδύονται επιστημονικές αποδείξεις για την αρνητική επίδραση που μπορεί να έχει το ανεπαρκές ή σε απόσταση από τις ιδανικές πρακτικές περιβάλλον των πρώτων χρόνων της ζωής σε όλο το φάσμα της ψυχικής, διανοητικής και ηθικής σφαίρας των ανθρώπων.
Η Ψυχολογία σήμερα περνά από μια θεμελιώδη αλλαγή παραδείγματος, αμφισβητώντας το γνωσιακό μοντέλο ανθρώπινης ανάπτυξης που επικρατούσε έως τώρα και βάζοντας μπροστά ένα κοινωνικο-συναισθηματικό μοντέλο με βάσεις στη νευροβιολογία. Η διαθέσιμη έως τώρα κλινική έρευνα υποδεικνύει ισχυρά ότι η βλάβη από πρώιμες αποστερήσεις θα αφήσει, πιο συχνά θα αφήσει παρά δεν θα αφήσει, εφ’ όρου ζωής ψυχολογικές ουλές του ενός ή του άλλου είδους. Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες και κόστη για την ανθρωπότητα μπορεί να είναι ακόμα μεγαλύτερες. Η επένδυση των κοινωνιών στην μεγιστοποίηση της υγείας και ευημερίας των πρώτων χρόνων του ανθρώπου είναι επιτακτική αναγκαιότητα. Αν αποδεχόμαστε τον σημερινό Δυτικό πολιτισμό ως το φυσιολογικό, τότε οι άνθρωποι ήμαστε πάνω σε ένα γρήγορο τρένο αυτοκατατροφής.

Αποσπάσματα από το D Narvaez, J Panksepp, A Schore, T Gleason. Evolution, Early Experience and Human Development. Oxford University Press, 2013.

Μετάφραση: Σ Παπαβέντσης MRCPCH DCH IBCLC 2013

Σχετικά Άρθρα

One Response to “Είναι στη φύση του ανθρώπου να τείνει προς το κακό;”

  1. ANNA says:

    Πραγματικά, από τότε που έγινα μαμά σκέφτομαι ακριβώς αυτά τα πράγματα.Πόσο παράλογα έχουν εξελιχθεί τα πράγματα και τελικά έχουμε καταλήξει να μας φαίνονται σωστά πράγματα που δεν έχουν σχέση με την φύση μας.Χαίρομαι που δεν είμαι η μόνη!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

top
Όροι Χρήσης | Εμπιστευτικότητα | Πνευματικά Δικαιώματα | Login