search
top

Πόση πρωτείνη ή κρέας να τρώει το μικρό μου;

 

Συχνή ερώτηση και ανησυχία πολλών νέων γονιών. Όπως πάντα η ισορροπία είναι η λέξη – κλειδί, και όχι οι υπερβολές.

Πολύ συχνά οι γονείς, πολλές φορές μετά από σύσταση δυστυχώς επαγγελματιών υγείας, σχηματίζουν την εντύπωση ότι το βρέφος ή νήπιό τους πρέπει να καταναλώνει συγκεκριμένα γραμμάρια κρέατος κάθε μέρα. Η επιστημονική πραγματικότητα είναι ότι τα μωρά δεν βγαίνουν από το ίδιο πανομοιότυπο καλούπι ενός εργοστασίου όπως τα αυτοκίνητα, αλλά μάλλον όπως και οι ενήλικες, ποικίλουν σε σωματικό μέγεθος, ανάγκες, μεταβολισμό, εντερική απορρόφηση, έτσι που υπάρχει πάντα ένα ΕΥΡΟΣ του φυσιολογικού. Μια από τις χειρότερες παγίδες στις οποίες πέφτουν οι γονείς είναι η καταφυγή στη γραμμαριολογία και στα επιβαλλόμενα πρέπει για το τι ποσότητες θα φάει το μικρό τους παιδί.

Η επιστήμη μας λέει ότι δεν υπάρχει σαφής επιστημονική τεκμηρίωση για την ακριβή ποσότητα πρωτεινών ή κρέατος που «πρέπει» να καταναλώνει ένα παιδί ανά ηλικία. Κάθε παιδί είναι διαφορετικό, έχει διαφορετικό μεταβολισμό, ανάγκες, εντερική απορρόφηση. Οι συστάσεις που προκύπτουν είναι ενδεικτικές, αφορούν εύρος, είναι γνώμες ειδικών και όχι σκληρές επιστημονικές αποδείξεις, βασίζονται δηλαδή στην χαμηλότερη στην ιεραρχία της έρευνας επιστημονική τεκμηρίωση.

Τα μωρά μας δεν είναι ρομπότ. Οι συστάσεις για την διατροφή τους έχουν χαρακτήρα περισσότερο εκπαιδευτικό και ερευνητικό, παρά κλινικό και πρακτικό, για την καθημερινή πράξη. Δεν λειτουργούμε έτσι στην διατροφή μας ως ενήλικες, να υπολογίζουμε πόσα γραμμάρια πρωτείνης ή κρέατος φάγαμε σε κάθε γεύμα ή σε κάθε μέρα, και να αγχωνόμαστε αν είναι μια μέρα λιγότερα ή περισσότερα.

Οι γονείς πρέπει να αναρωτηθούν κάτι πολύ απλό: Εσείς τρώτε 50γρ κρέας κάθε μέρα; Στις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την εισαγωγή στερεών τροφών και πρώτα πρώτα αναφέρονται τα εξής:

«Στην  πράξη, οι φροντιστές μικρών παιδιών δεν θα μετρούν το ενεργειακό περιεχόμενο των τροφών που προσφέρουν. Η ποσότητα τροφής που προσφέρεται στο μικρό παιδί θα πρέπει να βασίζεται στις αρχές της ανταποκρινόμενης σίτισης (responsive feeding, δηλαδή η μητέρα να διαβάζει τα σημάδια πείνας και κορεσμού του μωρού της και να ανταποκρίνεται σε αυτά), ενόσω ταυτόχρονα θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι η ενεργειακή πυκνότητα και η συχνότητα γευμάτων είναι επαρκή για να καλύπτουν τις ανάγκες του παιδιού. Είναι ωστόσο σημαντικό να μην είναι κανείς υπερβολικά λεπτομερής και περιγραφικός σε μια τέτοια καθοδήγηση, αναγνωρίζοντας ότι οι ανάγκες των  παιδιών ποικίλουν εξαιτίας διαφορών στο μέγεθος του σώματος, στον ρυθμό ανάπτυξης, στον μεταβολισμό και στην εντερική απορρόφηση

Βασική λοιπόν αρχή στο τάισμα των παιδιών είναι ότι: οι γονείς είναι υπεύθυνοι για την συχνότητα ταίσματος και για την ποιότητα των τροφών που δίνουν, το παιδί είναι εκείνο που αποφασίζει για την ποσότητα. Η ποσότητα τροφής που καταναλώνει ένα παιδί κάθε φορά είναι δική του υπόθεση και εξαρτάται από πολλούς συγκυριακούς παράγοντες όπως το πώς αισθάνονται την συγκεκριμένη στιγμή, εάν νυστάζουν, πότε θήλασαν, εάν έχουν αποσπάσεις της προσοχής τους, η ώρα της ημέρας, τυχόν έκφυση δοντιών που τα ταλαιπωρεί, τυχόν ιώσεις σε οξεία φάση ή σε αποδρομή, ψυχολογικοί παράγοντες και αναταραχές στην οικογένεια, αλλαγές στην ρουτίνα, ή και ως δευτερογενής αντίδραση στην πίεση που δέχεται για φαγητό (force feeding). H ευθύνη του γονιού είναι να σεβαστεί την  αυτορρύθμιση του παιδιού του, να βοηθήσει να ωριμάσει στο παιδί η συνειδητοποίηση των σημαδιών πείνας και κορεσμού, και όχι η συστηματική παράκαμψη εσωτερικών του ρολογιών του παιδιού του. Αν δεν είμαστε ευαίσθητοι στα σημάδια πείνας και κορεσμού του παιδιού μας και εφαρμόζουμε καταναγκαστική σίτιση και όχι σίτιση σε απόκριση, καταπιέζουμε την αυτορρύθμιση του παιδιού μας, με συχνή συνέπεια δύο πιθανότητες παρεκτροπής:

  • Ένα πειθήνιο ή «λαίμαργο» παιδί να καταλήξει σε υπερσίτιση (overfeeding) και κίνδυνο χρόνιας παχυσαρκίας
  • Ένα «ανεξάρτητο» και «αντιδραστικό» παιδί να καταλήξει σε υποσίτιση (underfeeding) και κίνδυνο χρόνιων διατροφικών δυσκολιών ή λιποβαρούς.

Η τακτική που συνιστάται είναι οι γονείς να βάζουν στο παιδί μικρές μερίδες φαγητού μπροστά του αρχικά, και να δίνεται συστηματικά η ευκαιρία στο μικρό παιδί να ρωτάται αν θέλει να συμπληρώσει επιπλέον ποσότητα. Έτσι αποφεύγεται ο οπτικός κορεσμός και το παιδί κατανοεί καλύτερα το σώμα του. Όχι λοιπόν στις υπέρογκες ποσότητες στα πιάτα μικρών παιδιών στα όρια του μπουχτίσματος ακόμα και με το κριτήριο του ενήλικα.

Μια άλλη βασική αρχή είναι η ποικιλία τροφικών ερεθισμάτων. Κανένας άνθρωπος, ούτε βρέφος ούτε ενήλικας, δεν πρέπει να υποβάλλεται σε καταναγκαστικές μονοφαγίες, με καθημερινή έντονη κατανάλωση συγκεκριμένων τροφίμων ή/ και με αποφυγή ολόκληρων κατηγοριών τροφών. Τα μικρά παιδιά δεν πρέπει να τρώνε κάθε μέρα κόκκινο κρέας. Ουκ εν τω πολλώ το ευ, έτσι και εδώ υπάρχουν γνωστοί κίνδυνοι από την υπερβολική κατανάλωση κρέατος – ξεκινούν από κινδύνους υπερβολικής έκκρισης ινσουλίνης και εμφάνισης διαβήτη, μέχρι παχυσαρκία, αυξημένη χοληστερίνη και δυσλιπιδαιμία, δυσκοιλιότητα, ενώ στους ενήλικες υπάρχει γνωστή καθαρή συσχέτιση της υπερκατανάλωσης κρέατος με καρκίνους όπως εκείνοι του παχέος εντέρου, του προστάτη και του μαστού.

Πρωτείνη δεν υπάρχει μόνο στο κρέας. Σημαντικές ποσότητες πρωτείνης λαμβάνει ένα μικρό παιδί από γιαούρτι και τυρί, από αυγό, από ψάρι, ενώ υπάρχει αρκετή και σε αλεσμένους ξηρούς καρπούς, σόγια, μανιτάρια, βούτυρο, αρακά και όσπρια.

Ένα βρέφος που συνεχίζει να θηλάζει συχνά και κατά απαίτηση μετά τους έξι μήνες της ζωής του έχει ως βασική τροφή το μητρικό γάλα, που φυσικά συνεχίζει να είναι πλούσιο σε θερμίδες, πρωτείνες και λιπαρά. Το μητρικό γάλα μπορεί να καλύπτει μεγάλο ποσοστό των αναγκών του μικρού παιδιού σε θερμίδες, πρωτείνες και λιπαρά ακόμα και κατά το δεύτερο έτος της ζωής, έτσι που οι ανάγκες από στερεές τροφές να είναι πολύ πιο μικρές από αυτές που νομίζουμε και να πρέπει να δοθεί κυρίως έμφαση σε τροφές πλούσιες σε σίδηρο, μέταλλα και ιχνοστοιχεία. Αν θηλάζει συχνά μπορεί να καλύπτεται διατροφικά σε σημαντικό βαθμό, οπότε η έμφαση στις στερεές τροφές δεν πρέπει να είναι τόσο σε πρωτείνες, λιπαρά που υπάρχουν στο μητρικό γάλα, αλλά σε τρόφιμα πλούσια σε σίδηρο, ιχνοστοιχεία.

Μερικά θηλάζοντα βρέφη τρώνε πολύ λίγα στερεά μέχρι 12 μηνών, ενώ φαίνονται υγιέστατα. Αυτό εξαρτάται από το παιδί και υπάρχει μεγάλη ποικιλία στο πότε ένα μωρό ενδιαφέρεται περισσότερο για στερεές τροφές: άλλα από την αρχή από 6 μηνών, άλλα από το τέλος του χρόνου και έπειτα. Εφόσον το μωρό είναι υγιές και δεν έχει έλλειψη σιδήρου, δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας.

Δεν υπάρχει καμία ανάγκη να προστεθεί ξένο γάλα σε ένα παιδί άνω του έτους, εφόσον συνεχίζει να θηλάζει συχνά μέσα στην ημέρα (τουλάχιστον 3-4 φορές το 24ωρο) και λαμβάνει ποικίλη διατροφή που περιλαμβάνει τυρί και γιαούρτι.

Πρέπει να θυμόμαστε ότι τo μικρό παιδί που δεν θηλάζει έχει μεγαλύτερες ανάγκες σε τροφή, χρειάζεται περισσότερες θερμίδες και πρωτείνες σε σύγκριση με εκείνο που θηλάζει, γιατί μπορεί να έχει πιο μειωμένη εντερική απορρόφηση και υψηλότερο βασικό μεταβολικό ρυθμό. Συχνά οι γονείς μικρών παιδιών που θηλάζουν ανησυχούν για τις «μικρές» ποσότητες που τρώει το μικρό τους, συγκρίνοντας με τεράστιες ποσότητες που τρώνε μικρά δεν θηλάζουν, όταν στην πραγματικότητα το πρόβλημα είναι αντίστροφο, το μωρό τους είναι υγιέστατο και με λιγότερες απαιτήσεις σε τροφή λόγω θηλασμού, ενώ κάποια από τα μωρά που βλέπουν γύρω τους να μην θηλάζουν και να καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες φαγητού μπορεί να τρώνε υπερβολικά και να είναι ήδη στο υπέρβαρο ή παχύσαρκο.

Για τα μικρά παιδιά που δεν συνεχίζουν να θηλάζουν, πρόσφατη προπαγάνδα εταιριών υποκατάστατων  μητρικού γάλακτος χωρίς ανεξάρτητη επιστημονική τεκμηρίωση είναι να λαμβάνουν «χαμηλής πρωτείνης» φόρμουλα για νήπια, αντί για φρέσκο γάλα. Τα γάλατα αυτά είναι εκτός από ακριβά και αχρείαστα, δυνητικά επικίνδυνα, γιατί περιέχουν περισσότερα σάκχαρα, λιγότερα λιπαρά σε μια ηλικία που το μικρό παιδί πρέπει να καταναλώνει φουλ λιπαρά για την ανάπτυξη του εγκεφάλου του, διάφορα πρόσφατα και ισχυρές εθιστικές στην γεύση ουσίες όπως η βανιλλίνη. Εκείνο που οι εταιρίες αυτές δεν λένε είναι ότι οι ανάγκες ενός παιδιού που δεν θηλάζει σε γάλα δεν είναι 500ml το 24ωρο ή και 1000ml, όπως δυστυχώς συχνά λέγεται, αλλά από 200ml ως 500ml, ανάλογα και με την υπόλοιπη κατανάλωση γάλακτοκομικών. Επομένως ένα νήπιο που τρώει συχνά τυρί και γιαούρτι χρειάζεται πολύ λιγότερο γάλα, φρέσκο και πλήρες, από ότι νομίζουμε. Εκείνο που επίσης δεν λένε είναι ότι η συχνή υπερκατανάλωση γάλακτος στα νήπια και άρα και πρωτείνης δεν έχει να κάνει με το ότι δίνεται φρέσκο γάλα, αλλά έχει να κάνει με το ότι δίνεται με μπιμπερό. Νεότερες συστάσεις διεθνών οργανισμών συνιστούν πλήρη διακοπή των μπιμπερό από 18 μηνών και το γάλα να δίνεται σε ποτήρι ή με καλαμάκι, για να αποφεύγονται οι κίνδυνοι από την χρήση μπιμπερό και η υπερκατανάλωση γάλακτος εις βάρος άλλων τροφών. Χρειάζεται λοιπόν ισορροπημένη, ποικίλη διατροφή για ένα βρέφος και ένα νήπιο, με διάφορα τρόφιμα να είναι πηγές σιδήρου, πρωτεινών και ασβεστίου, και όχι ειδικά γάλατα σε υπερκατανάλωση. Τα μικρά παιδιά, στο δεύτερο αλλά και στο τρίτο έτος της ζωής τους, χρειάζονται πρωταρχικά το γάλα της μαμάς τους, που έρχεται ευτυχώς σε συμπυκνωμένη σύνθεση και σε ποσότητες όχι ενός λίτρου την ημέρα.

Ένας καλός γενικός κανόνας για την ηλικία 6 μηνών με 2 ετών είναι να δίνουμε κάθε μέρα κάτι από τα παρακάτω: κόκκινο κρέας, λευκό κρέας, ψάρι ή αυγό, και όχι βέβαια όλα ή πολλά από αυτά σε μια μόνο μέρα. Μια διατροφή με 2 φορές την εβδομάδα ψάρι, 2 φορές κόκκινο, μία φορά λευκό κρέας και αυγό τρεις φορές την εβδομάδα, σε συνδυασμό με θηλασμό κατά απαίτηση, τακτικά τυρί, γιαούρτι, μια φορά την εβδομάδα όσπρια και αλεσμένους ξηρούς καρπούς είναι ικανοποιητική για την μεγάλη πλειονότητα των παιδιών αυτής της ηλικίας. Με προυπόθεση να μην γίνεται αναίτια καθυστέρηση πιθανών αλλεργιογόνων τροφών, όπως έχει αποδείξει η επιστήμη σήμερα, το μωρό μας μπορεί και πρέπει να καταναλώνει όλη την ποικιλία του οικογενειακού τραπεζιού από την ηλικία του έτους και έπειτα. Το κρίσιμο παράθυρο ευκαιρίας για εισαγωγή ποικιλίας τροφίμων και για σωστές γευστικές συνήθειες είναι εδώ, στις ηλικίες 6 με 18 μηνών, γιατί αργότερα στην νηπιακή ηλικία είναι συχνές οι προτιμήσεις, ιδιοτροπίες και νεοφοβία.

Οι διατροφικές συστάσεις για παιδιά άνω του έτους δεν διαφέρουν από τις γενικές συστάσεις που ισχύουν για τα μεγαλύτερα παιδιά και τους ενήλικες.

Ως προς το ασβέστιο, πηγές δεν είναι μόνο τα γαλακτοκομικά, αλλά και τα πράσινα λαχανικά, τα όσπρια, το πορτοκάλι, το σύκο, τα μικρά ψάρια και τα θαλασσινά, το ταχίνι και το σουσάμι, οι ξηροί καρποί. Δεν υπάρχει αναντικατάστατο τρόφιμο, υπάρχουν πολλά χρήσιμα σε συνδυασμό και ισορροπία, αλλά κανένα αναντικατάστατο. Για το ασβέστιο και την βιταμίνη D – αλλά και για τα κόκκαλά μας, το ανοσοποιητικό μας σύστημα και την ευεξία των μικρών παιδιών – δεν πρέπει να ξεχνάμε τον σπουδαίο ρόλο που παίζει ο ήλιος, προσεκτικά και σε σωστές τακτικές δόσεις.

Κριτήριό μας πρέπει να είναι όχι τι τρώει το παιδί μας σε κάθε γεύμα, ή σε κάθε μέρα, αλλά τι τρώει μέσα στην εβδομάδα και στον μήνα. Αν το παιδί μας φαίνεται υγιές, ζωηρό, μεγαλώνει ικανοποιητικά ψυχοκινητικά και σωματικά σύμφωνα με τα πρότυπα ανάπτυξης του ΠΟΥ, έχει καλή κλινική εξέταση και δεν έχει έλλειψη σιδήρου, τότε δεν έχουμε κανένα απολύτως λόγο για να ανησυχούμε για ποσότητες.

Εάν το παιδί μας δεν τρώει καλά για αρκετές εβδομάδες, εκείνο που φροντίζουμε δεν είναι να πιέζουμε για μεγαλύτερη ποσότητα τροφής ανά γεύμα παρά τη θέλησή του, αλλά να ενθαρρύνουμε πιο συχνή λήψη τροφής και μεγαλύτερη ενεργειακή πυκνότητα σε αυτά που προσφέρουμε.

Το βασικό μας μέλημα είναι η ποιότητα αυτών που προσφέρουμε, όχι η ποσότητα. Ανάμεσα στο κουνέλι του παππού και στο συκώτι του σούπερ μάρκετ, θα προτιμήσω να δώσω στο παιδί μου το κουνέλι, και ας μην έχει τόσο σίδηρο.

Βασικό μας μέλημα επίσης είναι να καταφέρουμε να εισάγουμε στο παιδί μας διατροφικές συνήθειες μεσογειακής διατροφής, που έχει αποδειχθεί πολύ σημαντική για την υγεία παιδιών και ενηλίκων, ωστόσο ελάχιστα παιδιά στην Ελλάδα κάνουν πλέον μεσογειακή διατροφή.

Αυτό που κάνουμε ως γονείς εισάγοντας τα μωρά μας στο τραπέζι είναι διατροφική εκπαίδευση, όχι καταναγκαστικό μέτρημα σε μπουκιές, εισαγωγή στο οικογενειακό τραπέζι και στην ευχάριστη κοινωνική διαδικασία των γευμάτων, όχι εισαγωγή στο ξεγέλασμα, την πίεση, την  βία. Εκείνο που πρέπει να μας απασχολεί είναι το κοινωνικό περιεχόμενο του φαγητού, όχι το ποσοτικό. Οι γονείς μπορούν να είναι αποτελεσματικοί σε βάθος χρόνου μόνο όταν λειτουργούν οι ίδιοι ως πρότυπα: αντί να λένε στα παιδιά τους τι να φάνε, πρέπει να το δείχνουν με το παράδειγμά τους.

Παρακαλώ μην πέφτετε στην παγίδα να μετράτε γραμμάρια και κουταλιές σε κάθε γεύμα του παιδιού σας! Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να μετατρέψετε μια φυσιολογική ευχάριστη διαδικασία σε πεδίο άγχους και μάχης επί χρόνια.. Έτσι μόνο κακό κάνετε στο παιδί σας.

 

Δείτε παρακάτω λινκ σχετικών άρθρων μου για να συμπληρώσετε την εικόνα.

 

Πηγές αναφοράς:

Health Canada, Canadian Paediatric Society, Dietitians of Canada, & Breastfeeding Committee for Canada (2014) Nutrition for healthy term infants: Recommendations from six to 24 months.

http://www.who.int/nutrition/topics/complementary_feeding/en/

 

Σ Παπαβέντσης MBBS MRCPCH DCH IBCLC 2014

Σχετικά Άρθρα

One Response to “Πόση πρωτείνη ή κρέας να τρώει το μικρό μου;”

  1. Stavros Gonidakis says:

    Το κοκκινο κρεας ειναι γνωστο οτι εχει πολλαπλες αρνητικες συνεπειες στο σωμα μας και στο περιβαλλον (ακομα και αν αφησουμε στην ακρη τη συνεργεια σε βασανισμο ζωων).

    Οποτε μια διατροφη που περιλαμβανει 2 φορες τη βδομαδα κοκκινο κρεας καθε αλλο παρα ‘ικανοποιητικη’ ειναι. Ιδου καποια σημαντικα σάιτ

    http://www.healthlinkbc.ca/healthyeating/vegetarian-toddler.html

    http://www.pcrm.org/health/diets/vegdiets/vegetarian-diets-for-children-right-from-the-start

    http://www.nhs.uk/conditions/pregnancy-and-baby/pages/vegetarian-vegan-children.aspx#close

    Και καποιες πρωτογενεις πηγες για οποιον ενδιαφερεται

    http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/20237136

    http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/21532796

    http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/21912895

    http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/25369927

    http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/24871479

    http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/25088337

    http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/25624036

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

top
Όροι Χρήσης | Εμπιστευτικότητα | Πνευματικά Δικαιώματα | Login