search
top

Σίτιση των βρεφών με πρόγραμμα ή κατά απαίτηση;

 

Το ερώτημα έχει απασχολήσει γενιές οικογενειών. Να σιτίζονται τα βρέφη, είτε στο στήθος είτε με μπιμπερό, με ωράριο ή πρόγραμμα επιβαλλόμενο από τους γονείς, ή κατά απαίτησή τους, με βάση τα σημάδια πείνας και κορεσμού τους;

Μέχρι στιγμής η επιστημονική βιβλιογραφία έχει ήδη κάποια συμπεράσματα για το ζήτημα. Ο θηλασμός κατά απαίτηση, με τα σημάδια του βρέφους, έχει αποδειχθεί ότι ευνοεί την συνέχιση του αποκλειστικού θηλασμού, ενώ αντίθετα, η επιβολή προγράμματος στον θηλασμό και χρονικών περιορισμών από την μητέρα μπορεί να γίνει παράγοντας κινδύνου για ανεπαρκή πρόσληψη βάρους στο βρέφος και για πρόωρο αποθηλασμό.

Έχουν επίσης δημοσιευθεί έρευνες που συσχετίζουν τον θηλασμό κατά απαίτηση του βρέφους, συγκριτικά με θηλασμό με ωράριο, με καλύτερη ψυχοκινητική ανάπτυξη κατά την προσχολική ηλικία.

Κατευθυντήριες γραμμές διεθνών οργανισμών, όπως ο ΠΟΥ, η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής και η UNICEF UK συστήνουν στις μητέρες να θηλάζουν κατά απαίτηση του βρέφους, αλλά και σε όσες δεν θηλάζουν να σιτίζουν τα βρέφη τους ανάλογα με τα σημάδια τους και όχι με ωράριο.

 

Ελληνίδα ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ έχει σχεδιάσει μια αναλυτική έρευνα πάνω στο θέμα, εστιάζοντας όχι τόσο στον τύπο της σίτισης – θηλασμό ή μπιμπερό – αλλά στον τρόπο της σίτισης – χωρίς ωράριο ή με ωράριο. Η Μαρία Ιακώβου παρουσίασε τα ευρήματά της στο συνέδριο της UNICEF UK στη Γλασκώβη τον Νοέμβριο του 2013. Η ερευνήτρια ξεκίνησε από την διαπίστωση ότι, ενώ υπάρχουν εκατοντάδες έρευνες για το ΤΙ ταίζουμε τα μωρά μας – μητρικό ή ξένο γάλα – , υπάρχουν ελάχιστες που αφορούν το ΠΟΤΕ ταίζουμε τα μωρά μας –όποτε δείχνουν να πεινούν ή με πρόγραμμα. Το ερευνητικό της ερώτημα ήταν: επηρεάζουν τα προγράμματα σίτισης στη βρεφική ηλικία τις εκβάσεις στην ανάπτυξη και την υγεία, το IQ, την κοινωνική ωρίμανση, το μοτίβο ύπνου χρόνια μετά και την ευεξία της μητέρας;

Για τον σκοπό αυτό πάνω από 10 χιλιάδες παιδιά γεννημένα το 1990 και 1991 στην περιοχή του Μπρίστολ μελετώνται από την εγκυμοσύνη μέχρι την παιδική ηλικία. Καταγράφονται σε ειδικά ερωτηματολόγια τα στοιχεία τους, γίνονται εκτιμήσεις αύξησης και ψυχοκινητικής ανάπτυξης όπως και εκτιμήσεις στο σχολείο από τους δασκάλους τους. Κατά τους πρώτους μήνες της ζωής οι ερωτήσεις περιλάμβαναν το κατά πόσο τρέφονταν με ωράριο ή κατά απαίτηση. Η αναπτυξιακή ωρίμανση εκτιμήθηκε σε ηλικίες 5 ετών, 7, 11 και 14 ετών, εκτιμώντας τις ικανότητες των παιδιών στα μαθηματικά, στο διάβασμα, στα αγγλικά και στο γράψιμο. Στην ηλικία των 8 ετών έγινε τεστ IQ. Η ψυχοκοινωνική ωρίμανση (υπερκινητικότητα, συναισθηματικά προβλήματα, σχέσεις, προβλήματα διαγωγής) εκτιμήθηκε με ειδικό ερωτηματολόγιο από τους δασκάλους στις ηλικίες 8 και 11 ετών.

Η έρευνα αυτή δεν είναι και δεν μπορεί να είναι τυχαιοποιημένη, γιατί ο τρόπος σίτισης με ωράριο ή όχι είναι επιλογή του κάθε γονιού, και δεν μπορεί να γίνει ερευνητικά με τυχαίο τρόπο. Ωστόσο η στατιστική ανάλυση ήταν εκτενής, ώστε να περιοριστεί κατά το δυνατόν αυτό το selection bias. Έτσι έγινε εκτενής στατιστικός έλεγχος για παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα ευρήματα (κοινωνική τάξη, εκπαίδευση των γονιών, έγγαμοι ή όχι, εργασία της μητέρας, συμπεριφορές σε σχέση με την υγεία, σπίτι, θηλασμός ή όχι κλπ. Μητέρες με βρέφη σε ωράριο συγκρίθηκαν ένα προς ένα με μητέρες με ίδια τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά αλλά με βρέφη σιτιζόμενα κατά απαίτηση.

Καταρχήν η ερευνήτρια βρήκε ότι όσο πιο ανεβασμένο το μορφωτικό επίπεδο των γονιών, τόσο πιο πιθανό να σιτίζουν το βρέφος τους κατά απαίτησή του και όχι με πρόγραμμα.

Η μητέρες μωρών σε πρόγραμμα αποδείχτηκε ότι είχαν καλύτερους δείκτες ευεξίας μέχρι την ηλικία των 3 ετών. Δεν υπήρχε όμως διαφορά των δύο ομάδων σε συχνότητα επιλόχειας κατάθλιψης. Θα πρέπει να σχολιαστεί εδώ ότι το πώς νιώθει ένα ζευγάρι με το μωρό του εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, και κυρίως από τις προσδοκίες που έχει και από το τι νομίζει ότι είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο, έτσι που από την προσωπική μου εμπειρία πολλοί γονείς που σιτίζουν βρέφη κατά απαίτηση αγχώνονται απλά και μόνο γιατί η κυρίαρχη κοινωνική προσδοκία είναι διαφορετική. Αν αυτή η αντίθεση ανάμεσα σε αυτό που συμβαίνει και αυτό που «θα έπρεπε» να συμβαίνει αρθεί, τότε οι γονείς απελευθερώνονται και απολαμβάνουν καλύτερα την σχέση με το υγιές μωρό τους.

Σε όλα τα τεστ ψυχοκινητικής ανάπτυξης και IQ όλων των αναφερόμενων ηλικιών, και μετά από συνυπολογισμό των διαφόρων παραγόντων σύγχυσης, βρέθηκε ότι τα παιδιά που είχαν σιτιστεί κατά απαίτηση ως βρέφη – είτε στο στήθος είτε με μπιμπερό –  είχαν σημαντικά καλύτερες επιδόσεις συγκριτικά με εκείνα που σιτίζονταν με πρόγραμμα – είτε στο στήθος είτε με μπιμπερό. Η επίδραση αποδείχθηκε μεγάλη, περίπου 17% της στάνταρ απόκλισης, μεταφραζόμενο σε τρεις θέσεις σε μια τάξη 30 παιδιών. Δηλαδή με απλά λόγια, σε αυτό το μεγάλο δείγμα των 10 χιλιάδων παιδιών, εάν σιτίζονταν κατά απαίτησή τους ως βρέφη, ανεξάρτητα του αν θήλαζαν ή έπιναν ξένο γάλα, ποια η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση και επίπεδο εκπαίδευσης των γονιών τους και ανεξάρτητα από πολλούς άλλους παράγοντες, στην ηλικία του δημοτικού ανέβαιναν σε επιδόσεις 3 θέσεις ψηλότερα μέσα σε μια τάξη 30 παιδιών. Στατιστικά υπολογίστηκε ότι από το 17% της απόκλισης, μόνο το 2% σχετιζόταν με την διάρκεια μητρικού θηλασμού, δηλαδή το 15% ήταν διαφορά καθαρά με βάση το πότε σιτίζονταν ως βρέφη, σύμφωνα με τα δικά τους σημάδια ή σύμφωνα με το ρολόι της μητέρας, ανεξάρτητα από το αν ήταν στο στήθος ή στο μπουκάλι με ξένο γάλα.

Μπορεί λοιπόν η ανάγνωση των σημαδιών πείνας και κορεσμού στα βρέφη μας να είναι κάτι που αντιλαμβανόμαστε ως πιο δύσκολο συγκριτικά με την σίτιση με το ρολόι, αλλά φαίνεται ότι η δυσκολία του σήμερα μπορεί να γίνεται ευκολία του αύριο και η επένδυση που κάνουμε σε ενέργεια και κόπο κατά τα πρώτα κρίσιμα χρόνια της ζωής να δίνει καρπούς πολύ αργότερα, στο σχολείο και στις σχέσεις του παιδιού μας με τους άλλους.

Σε σχέση με δείκτες κοινωνικής ωρίμανσης, η έρευνα έδειξε οφέλη της σίτισης κατά απαίτηση για τα κορίτσια, ενώ για τα αγόρια δεν υπήρχαν διαφορές ανάμεσα σε αυτά που είχαν σιτιστεί ως βρέφη κατά απαίτηση και αυτά που ήταν σε πρόγραμμα.

Ως προς τον ύπνο, δεν βρέθηκαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες. Δηλαδή η σίτιση με πρόγραμμα δεν άλλαξε σημαντικά προς το καλύτερο τον ύπνο των βρεφών. Αντίθετα μάλιστα βρέθηκε ότι στην ηλικία των 9 ετών τα παιδιά που είχαν σιτιστεί με ωράριο ήταν πιο πιθανό να ξυπνούν τη νύχτα και να αρνούνται να πέσουν για ύπνο. Επίσης, στην ηλικία των 9 ετών, κοιμόντουσαν κατά μέσο όρο 20 λεπτά περισσότερο σε σύγκριση με τα παιδιά που σιτίζονταν ως βρέφη κατά απαίτηση. Αυτό το εύρημα βέβαια της διάρκειας ύπνου και μικρό είναι και δεν γνωρίζουμε αν είναι κάτι καλό ή κακό, κατά πόσο 20 λεπτά περισσότερα ύπνου στην ηλικία των 9 ετών βοηθούν σε κάτι.

Η ερευνήτρια υπέθεσε ότι μέσα στους μηχανισμούς που μπορεί να οδηγούν σε αυτές τις σημαντικές διαφορές ανάλογα με το «πρόγραμμα» ή μη κατά την βρεφική ηλικία πρέπει να είναι ο βαθμός μητρικής απόκρισης – μεγαλύτερος στην σίτιση κατά απαίτηση – και ο βαθμός αλληλεπίδρασης του τύπου «ζητάω – λαμβάνω» – και πάλι υψηλότερος σε κατά απαίτηση σίτιση.

 

Τα ερωτήματα που τίθενται από το πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ είναι για μένα συναρπαστικά. Οι γονείς και η ανθρωπότητα δικαιούνται να απαιτήσουν από την επιστήμη να μας ενημερώσει σχετικά με ποιες είναι οι βέλιστες πρακτικές γονεικής φροντίδας. Η έρευνα αυτή είναι απαραίτητη όχι για να ενοχοποιήσουμε γονείς που ακολουθούν συγκεκριμένες μεθόδους ανατροφής είτε γιατί τις έχουν επιλέξει συνειδητά είτε γιατί τις ακολουθούν ως κοινωνικές νόρμες, αλλά για να μας διαφωτίσει ώστε να αλλάξουν παραδοσιακές πρακτικές που πιθανόν βλάπτουν παρά ωφελούν. Στο κομμάτι της βρεφικής διατροφής, είναι εμφανές ότι σημασία δεν έχει μόνο το τι ταίζουμε ένα βρέφος- μητρικό γάλα αποκλειστικά, γάλα άλλης μητέρας, ξένο γάλα ή μεικτή διατροφή. Σημασία έχει και το πώς ταίζουμε – στο στήθος ή μητρικό γάλα σε μπιμπερό – και το πότε ταίζουμε – όταν δείχνει να ζητάει το βρέφος ή όταν αποφασίζουμε εμείς.

Πάνω από 1 εκατομμύριο γυναίκες μελετώνται στην Βρετανία κατά τα τελευταία 15 χρόνια, σε μια μοναδικού είδους σημαντική για την ανθρωπότητα έρευνα που θα μας φωτίσει με καινούργια γνώση, την The Million Women Study, συγχρηματοδοτούμενη από το Cancer Research Council, το Υπουργείο Υγείας της Μ Βρετανίας και το NHS. Μεταξύ άλλων, ήδη έχει αποδείξει πως ο μακροχρόνιος θηλασμός μπορεί να έχει ευεργετική επίδραση στον δείκτη μάζας σώματος μιας γυναίκας μετά τα 50 της – με πολλές ευεργετικές συνέπειες από αυτό – και πως μειώνει τον καρκίνο του μαστού. Ακριβώς το ίδιο πρέπει κάποτε να αποφασίσει η ανθρωπότητα για να λάβει απαντήσεις για την βρεφική ηλικία και διατροφή. 1 εκατομμύριο νεογέννητα που παρακολουθούνται από την γέννηση μέχρι τα 20-30 τους και να δούμε προοπτικά και σε μια στιβαρή στατιστική ανάλυση πραγματικά πως επηρεάζει η βρεφική ανατροφή, ο θηλασμός, η βρεφική και νηπιακή διατροφή, ο ύπνος και πολλοί άλλοι παράγοντες διάφορες πτυχές μακροχρόνιας ψυχικής και σωματικής υγείας των παιδιών.

 

Πηγή: Iacovou, M. and Sevilla-Sanz, A (2013). “Infant feeding: the effects of scheduled vs. on-demand feeding on mothers’ wellbeing and children’s cognitive development” European Journal of Public Health (2013) 23(1) pp 13-19

 

Μετάφραση/ Σχολιασμός: Στέλιος Παπαβέντσης MBBS MRCPCH DCH IBCLC 2014

Σχετικά Άρθρα

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

top
Όροι Χρήσης | Εμπιστευτικότητα | Πνευματικά Δικαιώματα | Login