search
top

Tο παιδί μου να κολλήσει ιλαρά ή να κάνει το εμβόλιό της;

 

Η ιλαρά είναι σχεδόν η πιο μεταδοτική νόσος στους ανθρώπους. Πριν από την εισαγωγή του εμβολιασμού της, σχεδόν κάθε παιδί κολλούσε ιλαρά μέσα από επιδημίες που έρχονταν κατά 2 φορές κάθε χρόνο. Η νόσος προκαλεί κλασσικά υψηλό πυρετό, συμπτώματα αναπνευστικού συστήματος και τελικά το χαρακτηριστικό εξάνθημα. Επιπλοκές υπάρχουν και παρατηρούνται ιδιαίτερα στα βρέφη κάτω των 2 ετών, στους εφήβους και στους ενήλικες, και στους ανοσοκατεσταλμένους. Παιδιά με ιλαρά μπορούν να πάθουν επιπλοκή ωτίτιδας, πνευμονίας, διάρροιας, λοίμωξης στο μάτι και εγκεφαλίτιδας. Η συχνότητα της εγκεφαλίτιδας που προκαλείται από την φυσική νόσηση είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από την συχνότητα εμφάνισης εγκεφαλίτιδας μετά από εμβολιασμό για ιλαρά.
Όσο αναφορά θανάτους, ακόμα και σήμερα, η ιλαρά ανά τον κόσμο είναι υπεύθυνη για 150 χιλιάδες θανάτους παιδιών κάθε χρόνο. Οι περισσότεροι από αυτούς τους θανάτους συμβαίνουν σε αναπτυσσόμενες χώρες όπου δυστυχώς η εμβολιαστική κάλυψη του πληθυσμού είναι ακόμα από μικρή έως ανύπαρκτη. Στον ανεπτυγμένο κόσμο, η συχνότητα θανάτου μετά από νόσηση από ιλαρά δεν είναι μεγάλη, υπολογίζεται σε περίπου 1 θάνατο ανά 5000 δηλωμένα περιστατικά. Ωστόσο, σοβαρές επιπλοκές είναι πιθανές για παιδιά με πρόβλημα στην άμυνά τους και στο ανοσοποιητικό τους σύστημα – όπως παιδιά με λευχαιμία – , όπου η πνευμονίτιδα και η εγκεφαλίτιδα έχουν υψηλή πιθανότητα θανάτου. Η μη εμβολιαστική κάλυψη του γενικού πληθυσμού σημαίνει ότι αφήνουμε αυτήν την ευπαθή και άτυχη ομάδα παιδιών έκθετη σε επιδημίες δυνητικά θανατηφόρου για αυτά νοσήματος.
Φυσικά, πέρα από τους θανάτους και τις σοβαρές επιπλοκές, η ιλαρά εάν πλήττει ευρέως τον παιδικό πληθυσμό μπορεί να προκαλέσει πολλές νοσηλείες στο νοσοκομείο, μεγάλο αντίκτυπο σε απώλειες ωρών στο σχολείο και εργατοωρών για τους γονείς που φροντίζουν το άρρωστο παιδί τους για μέρες.

Στην Ελλάδα συστηματικές επιδημίες ιλαράς υπήρχαν κάθε χρόνο μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’90, οπότε και άρχισε η μαζική εμβολιαστική κάλυψη με το τριπλό εμβόλιο ιλαράς ερυθράς παρωτίτιδας. Στην Βρετανία, η εμβολιαστική κάλυψη του παιδικού πληθυσμού για μία δόση εμβολίου διατηρήθηκε κατά την δεκαετία του ’90 πάνω από 90%. Με δεύτερη δόση εμβολίου που εισήχθηκε στην ηλικία των 4-6 ετών, η πιθανότητα προστασίας του παιδιού από την νόσο αυξήθηκε στο 99%.
Το 1998 μια μεμονωμένη ερευνητική ομάδα δημοσίευσε μια σειρά από case reports – στα χαμηλότερα στατιστικά επιστημονικά επίπεδα αξιοπιστίας – που συνέδεαν τον εμβολιασμό του τριπλού εμβολίου με αυτισμό. Αυτή η δημοσίευση έλαβε τεράστιες διαστάσεις δημοσιότητας στα mainstream media. Η σύνδεση αυτή δεν επιβεβαιώθηκε επιστημονικά ποτέ, αντίθετα σειρά πιο άρτια δομημένων ερευνών που προηγήθηκαν και ακολούθησαν απέτυχαν να επιβεβαιώσουν τα ευρήματα. Παρόλα αυτά, η αρνητική δημοσιότητα διατηρήθηκε για αρκετά χρόνια, και διατηρείται στην Ελλάδα έως και σήμερα ιδιαίτερα στο διαδίκτυο. Μετέπειτα προσεκτική ανάλυση της έρευνας του 1998 συμπέρανε σημαντικά προβλήματα στα δεδομένα των ερευνητών, οι οποίοι και αποπέμφθηκαν από τον ιατρικό σύλλογο στην Βρετανία. Σύμφωνα με τακτικές αναλύσεις της γνώμης των γονιών στην Βρετανία, το 2001 ένα 24% των γονιών είχε ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια του εμβολίου, δηλαδή πίστευε ότι το εμβόλιο φέρει περισσότερους κινδύνους από την ίδια την νόσο.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι στην Βρετανία μέχρι το 2004 η εμβολιαστική κάλυψη για το ΜΜR είχε πέσει κάτω του 80%. Οι επιδημίες ιλαράς δεν άργησαν όπως ήταν επόμενο να επανεμφανιστούν, από το 2006 και έπειτα. Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι, για να διατηρηθεί η ελαχιστοποίηση της νόσου της ιλαράς σε έναν πληθυσμό παιδιών, πρέπει η ανοσία που προκύπτει από την εμβολιαστική κάλυψη να είναι άνω του 90%. Ιδιαίτερα για πληθυσμούς εφήβων και νέων, ηλικία όπου η νόσος έχει μεγαλύτερες πιθανότητες για σοβαρές επιπλοκές, η ανοσία του πληθυσμού πρέπει να είναι άνω του 95%. Μετά τις πρώτες επιδημίες, το 2008 μελέτη του Υπουργείου Υγείας στην Βρετανία αποκάλυψε ότι, εάν δεν λαμβάνονταν έξτρα μέτρα άμεσα, θα ξεσπούσε επιδημία ιλαράς στην περιοχή του Λονδίνου με σχεδόν 100 χιλιάδες περιστατικά. Η άμεση αντίδραση του συστήματος υγείας στην χώρα αυτή ήταν ένα γενικευμένο πρόγραμμα εμβολιαστικής κάλυψης – catch up campaign – για όλα τα άτομα έως 18 ετών – διαθέτοντας στην χώρα αυτή ένα δημόσιο σύστημα υγείας καλά οργανωμένο με πρωτοβάθμια γενικευμένη φροντίδα από γενικούς γιατρούς για όλον τον πληθυσμό – , πράγμα που τελικά οδήγησε σε μείωση των δηλωμένων περιστατικών στις χρονιές 2009 και 2010.
Το 2010, έρευνες γνώμης των γονιών στην Βρετανία έδειξα πια μια αύξηση εμπιστοσύνης των γονιών στο εμβόλιο, με μόνο το 8% να θεωρούν πλέον ότι το εμβόλιο MMR θέτει μεγαλύτερους κινδύνους από την νόσο ενάντια στην οποία προστατεύει. Τα επιδημιολογικά δεδομένα έως και το 2012 αναφέρουν υψηλή και πάλι – άνω του 90% – εμβολιαστική κάλυψη για τα νήπια ακόμα και σε περιοχές του Λονδίνου με προβληματική κάλυψη παλιότερα.
Στην Ελλάδα δεν είναι γνωστό το ποσοστό των γονιών που αρνούνται τον εμβολιασμό ιλαράς, αλλά πρέπει να είναι σημαντικό. Δεν είναι επίσης γνωστή η τάση με την πάροδο των χρόνων, αλλά υποθέτω από την προσωπική μου εμπειρία ότι, αντίθετα με χώρες όπως η Βρετανία, δεν είναι μειούμενη αλλά σταθερή ή και αυξανόμενη, επιδεικνύοντας μια συνήθη καθυστερημένη αντίδραση στην φημολογία των αρνητικών επιδράσεων του εμβολίου που προέκυψαν 15 χρόνια νωρίτερα. Η εμβολιαστική κάλυψη με το τριπλό εμβόλιο παραμένει υψηλή, αλλά η κατάσταση σίγουρα απαιτεί επαγρύπνηση και παρακολούθηση, χωρίς εφησυχασμό, γιατί όπως αποδεικνύεται από την διεθνή εμπειρία, μπορεί πολύ εύκολα να αντιστραφεί και να προκύψουν επιδημίες της νόσου.
Στην Βρετανία το 2012 και το 2013 παρατηρείται μια αύξηση στα δηλωμένα περιστατικά ιλαράς, αλλά και σε επιδημίες, ιδιαίτερα σε μεγαλύτερες ηλικίες παιδιών, άνω των 10 ετών. Φαίνεται ότι η επίπτωση της μειωμένης εμβολιαστικής κάλυψης που συνέβη στην χώρα πριν από μερικά χρόνια είχε ως αποτέλεσμα αύξηση των ευαίσθητων για να νοσήσουν παιδιών στην σχολική ηλικία. Αυτό δείχνει πόσο σημαντική είναι η ανοσία ομάδας – herd immunity – και πόσο, στο θέμα των εμβολιασμών, η συμπεριφορά σε μια χρονική περίοδο ή σε μια ηλικία παιδιών μπορεί να επηρεάσει μετέπειτα χρονικές περιόδους ή άλλες ηλικίες παιδιών, αλλά και ενηλίκων.
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό και στην Ελλάδα να ανευρίσκονται συστηματικά τα ανεμβολίαστα παιδιά σχολικής ηλικίας και να ενθαρρύνονται να εμβολιαστούν, ακόμα και σε ηλικίες 10-14 ετών, ώστε να προλαμβάνονται περιστατικά και επιδημίες σε σχολεία αλλά και σε πανεπιστήμια. Τα παιδιά αυτά βρίσκονται σε κίνδυνο να νοσήσουν πιο βαριά από ιλαρά λόγω μεγαλύτερης ηλικίας, αλλά βέβαια, όχι μόνο για τα ίδια, μπορούν να επιτείνουν την μετάδοση της νόσου σε ευαίσθητα να νοσήσουν βαριά παιδιά, όπως τα βρέφη, τα άρρωστα και τα ανοσοκατεσταλμένα παιδιά.

 

Πηγή αναφοράς: Ramsay ME, Public Health England. Measles: the legacy of low vaccine coverage. Arch Dis Child 2013;98:10

 

Μετάφραση/ Σχολιασμός: Στέλιος Παπαβέντσης MBBS MRCPCH DCH IBCLC 2014

Σχετικά Άρθρα

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

top
Όροι Χρήσης | Εμπιστευτικότητα | Πνευματικά Δικαιώματα | Login