search
top

Ουκ εν τω πολλώ το εύ στα γάλατα μικρών παιδιών

Βρεφικά γάλατα ενισχυμένα με σίδηρο

Μια σημαντική διπλή – τυφλή τυχαιοποιημένη έρευνα δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο του 2011 στο επιστημονικό περιοδικό Archives of Pediatric and Adolescent Medicine. To ερώτημα που τέθηκε από τους ερευνητές ήταν: ποια είναι η επίδραση των διαφόρων συγκεντρώσεων σιδήρου στο ξένο γάλα αγελάδας για βρέφη πάνω στην ψυχοκινητική ανάπτυξη του παιδιού σε βάθος χρόνου;
Οι επιστήμονες μελέτησαν τελειόμηνα βρέφη στη Χιλή, τα οποία χωρίστηκαν με τυφλό τρόπο σε δύο ομάδες: εκείνα που έπαιρναν στην ηλικία των 6 με 12 μηνών ξένο γάλα με υψηλή συγκέντρωση σε σίδηρο και αυτά που έπαιρναν κατά την ίδια ηλικία ξένο γάλα με χαμηλή συγκέντρωση σε σίδηρο. 835 παιδιά γεννημένα μεταξύ 1991 και 1994 μπήκαν στην μελέτη. 10 χρόνια αργότερα 473 από αυτά πέρασαν από λεπτομερή εκτίμηση της ψυχοκινητικής τους ανάπτυξης. Πιο συγκεκριμένα, εκτιμήθηκε στην σχολική ηλικία ο δείκτης νοημοσύνης τους, η μνήμη τους, οι αριθμητικές επιδόσεις, ο συντονισμός χεριού – ματιού, η οπτική τους αντίληψη και η κινητική τους λειτουργία.
Σε κάθε μία από τις παραμέτρους που εξετάστηκαν, η ομάδα των παιδιών που είχαν λάβει γάλα υψηλής συγκέντρωσης σε σίδηρο είχαν σκορ χαμηλότερα στην ηλικία των 10 ετών. Πιο συγκεκριμένα, τα σκορ τους ήταν σημαντικά χαμηλότερα στην μνήμη και τον συντονισμό χεριού ματιού, ενώ υπήρχε πιθανή αρνητική συσχέτιση με το IQ, τις αριθμητικές επιδόσεις, την οπτική αντίληψη και την κινητική τους λειτουργία. Τα παιδιά που στην ηλικία των 6 μηνών είχαν υψηλή αιμοσφαιρίνη στο αίμα τους έδειξαν χειρότερες ψυχοκινητικές επιδόσεις δέκα χρόνια αργότερα, εάν είχαν λάβει γάλα υψηλής συγκέντρωσης σε σίδηρο.
Το συμπέρασμα των ερευνητών είναι ότι ξένο γάλα δεύτερης βρεφικής ηλικίας με υψηλά ποσά σιδήρου μπορεί να βλάψει την μακροπρόθεσμη ανάπτυξη του παιδιού, ιδιαίτερα όταν το παιδί δεν έχει χαμηλή αιμοσφαιρίνη στο αίμα του, δεν έχει αναιμία δηλαδή αλλά αντίθετα φυσιολογική ή και υψηλή αιμοσφαιρίνη. Χρειάζονται περισσότερες έρευνες για να εξακριβωθεί ποια ακριβώς είναι τα επιθυμητά επίπεδα σιδήρου στα βρεφικά και νηπιακά γάλατα, όχι μόνο ως προς το κατώτερό τους όριο αλλά και ως προς το ανώτερό τους όριο.
Επιτέλους, κάποιοι άρχισαν να κάνουν επιστημονικά ερωτήματα για το προφανές: Πως επηρεάζουν οι διάφοροι ανεξέλεγκτοι πειραματισμοί στην σύνθεση των βρεφικών γαλάτων την υγεία και ανάπτυξη του παιδιού σε βάθος χρόνου; Υπάρχουν παρενέργειες και κίνδυνοι; Που οδηγεί ο βομβαρδισμός των παιδιών από “ενισχυμένα” γάλατα με πολλαπλάσιες των χρειαζούμενων ποσοτήτων μετάλλων και βιταμινών; Πόσο μακριά είναι η βρεφική διατροφή στην λογική των αρχαίων Ελλήνων “ουκ εν τω πολλώ το ευ”; Και που είναι τελικά το επιθυμητό ισοζύγιο σιδήρου για τα βρέφη; Μήπως εκεί που είναι στα φυσιολογικά βρέφη και νήπια που θηλάζουν, δηλαδή στα χαμηλότερα φυσιολογικά όρια; Μήπως το ίδιο το εύρος των φυσιολογικών τιμών σιδήρου φερριτίνης κλπ είναι υπερεκτιμημένο και δεν αντανακλά το φυσιολογικό βρέφος, δηλαδή εκείνο που θηλάζει;
Οι Αρχαίοι μας πρόγονοι ήξεραν πολύ καλά τι πρέπει να κάνουμε γενικότερα αλλά και ποιο συγκεκριμένα για την διατροφή των παιδιών μας: Ουκ εν τω πολλώ το ευ. Το λίγο βλάπτει, αλλά και το πολύ βλάπτει. Κανείς ποτέ δεν απέδειξε επιστημονικά ότι ο επιπλέον σίδηρος στο γάλα σε σκόνη ή στα εμπλουτισμένα νηπιακά γάλατα απορροφάται από το έντερο του παιδιού, αντίθετα η απορρόφηση είναι έτσι και αλλιώς ελάχιστη λόγω ασβεστίου, ενώ ο περίσσειος σίδηρος που μένει στο έντερο είναι άριστο υπόστρωμα για ανάπτυξη δυνητικά παθογόνων μικροβίων. Ούτε αποδείχθηκε ποτέ ότι τα νήπια που παίρνουν εμπλουτισμένο γάλα έχουν καλύτερα επίπεδα σιδήρου στο αίμα τους, σε σχέση με εκείνα που πίνουν φρέσκο γάλα, με την προυπόθεση να τρώνε καλά και ποικιλία στερεών τροφών από το οικογενειακό τραπέζι. Δεν έχει επιβεβαιωθεί λοιπόν ούτε επιπλέον αποτελεσματικότητα ούτε όμως – προσέξτε – και η ασφάλεια τέτοιων γαλάτων. Για αυτό σε σοβαρές χώρες όπως η Σουηδία και η Αγγλία, το νορμάλ είναι να δίνεται φρέσκο γάλα από 12 μηνών, για τα περισσότερα, φυσιολογικά παιδιά. Η απλουστευτική λογική του όσο περισσότερο τόσο καλύτερα δεν είναι καθόλου επιστημονική και είναι πιθανό να οδηγεί σε κινδύνους μακροπρόθεσμα για την υγεία των παιδιών, πέρα από το γεγονός ότι κάνει ζημιά χωρίς λόγο στην τσέπη μας. Ο μητρικός θηλασμός είναι η ιδανική τροφή για το φυσιολογικό τελειόμηνο βρέφος και διατηρεί τα επίπεδα σιδήρου όταν είναι αποκλειστικός για έξι μήνες και συνεχίζεται μετά τους έξι μήνες με παράλληλη εισαγωγή στερεών τροφών πλούσιων σε σίδηρο. Δυστυχώς, η σοφία των αρχαίων δεν έχει καμία θέση στην σημερινή Ελλάδα, όπου στην παιδική διατροφή η λογική που κυριαρχεί είναι η υπεραπλούστευση του «όσο περισσότερο τόσο καλύτερα» και βλέπουμε ακόμα και παχύσαρκα νήπια να καταναλώνουν λίτρα κάθε μέρα από «ενισχυμένα» νηπιακά γάλατα.
Η έρευνα αυτή είναι από τις λίγες που επιχειρούν να ρωτήσουν κάτι τόσο θεμελιώδες; Τι γίνεται όταν βομβαρδίζουμε φυσιολογικά βρέφη και νήπια με πολλαπλάσιες ποσότητες βιταμινών, μετάλλων και ιχνοστοιχείων από όσο χρειάζονται; Υπάρχουν πλέον στην αγορά βρεφικά γάλατα με απίστευτη διακύμανση στην σύστασή τους, στην προέλευση των συστατικών τους και στις αναλογίες αυτών των συστατικών. Δεν πρέπει κάποτε να μελετηθούν οι πιθανές συνέπειες της διαφορετικής αυτής σύστασης σε παραμέτρους της υγείας των παιδιών σε βάθος χρόνου; Πως είναι δυνατόν να δίνουμε στα βρέφη μας τόσο εύκολα και άκριτα γάλατα με θεμελιώδεις διαφορές από το φυσιολογικό μητρικό γάλα (πχ γάλατα χωρίς λακτόζη, γάλατα με άμυλο καλαμποκιού ή πατάτας, γάλατα με υψηλή ή χαμηλή πρωτείνη, γάλατα χωρίς χοληστερόλη, γάλατα με βανίλια, γάλατα με πολλαπλάσια ποσότητα βιταμίνης Β12 από την χρειαζούμενη, γάλατα με πολλαπλάσιο μαγγανήσιο από το σύνηθες κα), γάλατα που καταναλώνουν σε ποσότητα όση το βάρος του σώματός τους μέσα σε 4 – 5 μέρες (σαν να λέμε ότι ένας ενήλικας λαμβάνει ως αποκλειστική τροφή 70 λίτρα αγελαδινό γάλα σε μια εβδομάδα), και να μην αναρωτιόμαστε μήπως πρέπει πρώτα να ελέγξουμε ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ αυτών των σκευασμάτων για την βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη υγεία των παιδιών; Αυτό κάνουμε για οποιοδήποτε φάρμακο θέλουμε να δώσουμε σε ένα βρέφος, περνάει για χρόνια από εξονυχιστική έρευνα για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά του και έπειτα δίνεται στον γενικό πληθυσμό. Έτσι και η αποκλειστική τροφή για βρέφη που δεν θηλάζουν πρέπει να μελετηθεί πιο σχολαστικά για την μακροπρόθεσμη ασφάλεια της χρήσης της.
Φυσικά η έρευνα για την υψηλή συγκέντρωση σιδήρου στα βρεφικά γάλατα δεν αποδεικνύει ότι αυτή ευθύνεται αιτιολογικά για τις χαμηλές επιδόσεις των παιδιών στην ψυχοκινητική τους ανάπτυξη 10 χρόνια αργότερα. Η επιστημονική γνώση κατακτάται όταν τα αποτελέσματα αυτά επιβεβαιωθούν και από άλλες μελέτες, καλά σχεδιασμένες και σε ποικίλα πλαίσια. Η έρευνα όμως αυτή δείχνει την στροφή της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας στην ανάγκη να μελετηθεί επιτέλους η ασφάλεια των πρακτικών διατροφής κατά τη βρεφική ηλικία, στην ανάγκη να απαντηθούν βασικά ερωτήματα, στην ανάγκη τα «εμπλουτισμένα» γάλατα για βρέφη και νήπια να ερευνηθούν και ως προς τις πιθανές βραχυχρόνιες και μακροχρόνιες συνέπειές τους στην υγεία των παιδιών.
Οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το βρέφος που δεν θηλάζει έχει αυξημένους κινδύνους νόσησης τεσσάρων κατηγοριών:
• Τους κινδύνους του μη θηλασμού, δηλαδή επειδή στερείται τα πιθανά οφέλη εάν θήλαζε
• Τους κινδύνους από τον μη κατάλληλο τρόπο παρασκευής του ξένου γάλακτος για βρέφη, πχ γαστερεντερίτιδα ή έγκαυμα
• Τους κινδύνους από την επίμονη χρήση μπιμπερό, και
• Τους κινδύνους από την σύσταση και την προέλευση των συστατικών του ξένου γάλακτος για βρέφη.

Πηγή: Betsy Lozoff, MD et al. Iron-Fortified vs Low-Iron Infant Formula. Developmental Outcome at 10 Years. Arch Pediatr Adolesc Med. Published online November 7, 2011.

Μετάφραση/ Σχολιασμός: Στέλιος Παπαβέντσης MRCPCH DCH IBCLC 2011

Σχετικά Άρθρα

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

top
Όροι Χρήσης | Εμπιστευτικότητα | Πνευματικά Δικαιώματα | Login